header image
standard-title Χειροτεχνία

Χειροτεχνία

Η Καρσάνικη Βελονιά

karsaniko_kentima_new

Καρσάνικη ονομάζεται η συγκεκριμένη βελονιά γιατί προέρχεται από την Καρυά (Καρσάνος, Καρσάνα, Καρσάνικο), το γραφικό ορεινό χωριό στο κέντρο του νησιού.

Την βελονιά εμπνεύστηκε, υλοποίησε αλλά και την ανήγαγε σε τέχνη μοναδική, η Μαρία η «Κουτσοχέρω». Πρόκειται για το προσωνύμιο που δόθηκε εξαιτίας της αναπηρίας της στην Μαρία Σταύρακα, που γεννήθηκε στην Καρυά από αγρότες γονείς γύρω στα 1860.

Όπως και όλα σχεδόν τα κορίτσια της ηλικίας της, βοηθούσε τους γονείς της σε αγροτικές εργασίες. Ήταν όμως ένα ιδιαίτερα ζωηρό κορίτσι και αυτό έγινε η αιτία σε πολύ μικρή ηλικία να χάσει το δεξί της χέρι καθώς κατά την διάρκεια του παιχνιδιού έπεσε από το δέντρο που είχε σκαρφαλώσει. Το μέλος αφαιρέθηκε από το ύψος του αγκώνα. Λίγο αργότερα, ένα δεύτερο ατύχημα της δημιούργησε αναπηρία και στο αριστερό της χέρι. Έτσι έγινε Κουτσοχέρω, δηλαδή είχε «κουτσά» και τα δύο χέρια της.

Η ενασχόληση της με τις αγροτικές δουλειές φυσικά σταμάτησε και κλείστηκε στο σπίτι. Εκεί στην προσπάθεια της να περάσει δημιουργικά την ώρα της αποπειράται να κεντήσει. Διαθέτει μόνο το αριστερό χέρι – κι αυτό ανάπηρο, ωστόσο εφευρίσκει, μετά από πολλές προσπάθειες, έναν τρόπο να σταθεροποιεί το ύφασμα του κεντήματος καρφιτσώνοντας το με μια παραμάνα πάνω στο φόρεμά της και να το κρατά ανάμεσα στα πόδια. Κεντάει με το «κουτσό», το αριστερό της χέρι. Η προσπάθεια της είναι επίμονη και καταφέρνει όχι μόνο να κεντήσει αλλά και να εμπνευστεί, έπειτα από πολλές ώρες δοκιμών, την «καφασοβελονιά», κάτι εντελώς πρωτόγνωρο για τις τότε γνωστές τεχνικές.

Η γειτονιά της ενθουσιάζεται με την νέα αυτή τεχνική και το αισθητικό της αποτέλεσμα. Η Μαρία ενθουσιάζεται επίσης και αρχίζει να εμπλουτίζει την τεχνική της, ανάγοντας την πλέον σε νέα κεντητική τέχνη. Οι συνθέσεις της απεικονίζουν σκηνές και αντικείμενα από την πλούσια φύση του χωριού της. Η «καφασοβελονιά», συγκεκριμένα, είναι εμπνευσμένη από το καφασωτό του γυναικωνίτη της εκκλησίας. Άλλα σχέδια είναι οι μαργαρίτες, τα φυλλαράκια, τα φιοράκια, τα ροδάκια και συνδυασμοί τους. Στη συνέχεια προσθέτει τις σφραγίδες, τις κουπούλες, το σταυρογάζι, το ψαράγκαθο και την οκτωμισοροδούλα. Οι συνδυασμοί όλων αυτών γίνονται πολυσύνθετες απεικονίσεις.

Η «νέα τέχνη», η Καρσάνικη Βελονιά, ξεπερνά τα όρια τις γειτονιάς, διαδίδεται σε όλο το χωριό και δίνει στη Μαρία αυτοπεποίθηση και την απαραίτητη ώθηση προκειμένου να συνεχίσει και να τελειοποιήσει αυτήν την εξαιρετικά επίπονη εργασία με το καλαίσθητο αποτέλεσμα.

Η Ζωή Βαλαωρίτη, η νύφη του εθνικού ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, πληροφορείται για την τέχνη του Καρσάνικου Κεντήματος και επισκέπτεται την Μαρία στο σπίτι της, όπου ενθουσιάζεται από τα αριστουργήματά της. Μεταφέρει τα νέα στην τότε βασίλισσα Σοφία η οποία εντυπωσιάζεται με τη σειρά της. Έτσι ιδρύεται, με την αρωγή της, το 1912 η πρώτη σχολή καρσάνικου κεντήματος στην Καρυά.

Βασική δασκάλα είναι η ίδια η Μαρία η Κουτσωχέρω. Η Σχολή στεγάζεται στο κτήριο της οικογένειας Νάστου – λίγο πιο κάτω από την Πλατεία της Καρυάς – το οποίο υπήρξε, έως το 1854, το εξοχικό του Άγγλου έπαρχου στο νησί της Λευκάδος.

Η Μαρία διδάσκει με μεγάλο ενθουσιασμό και όλα τα κορίτσια του χωριού κεντούν πλέον και δημιουργείται έτσι ένας μεγάλος αριθμός αριστουργημάτων που συνήθως αποτελούσαν τμήμα της προίκας των κοριτσιών.

Τραπεζομάντηλα, σεντόνια, πετσέτες, σεμέν, τραπεζοκαρέ, πάντες, μαξιλαροθήκες και άλλα κομμάτια μοναδικής ομορφιάς μπαίνουν σε μπαούλα και ταξιδεύουν για το Παλάτι και την προίκα της βασίλισσας.

Η βελονιά εμπλουτίζεται συνέχεια από τις ιδιαίτερες εμπνεύσεις της εκάστοτε κεντήστρας.

Η ίδια η Κουτσοχέρω πείθει και έναν άνδρα να συμμετέχει στην δημιουργία κεντημάτων, ο οποίος είναι κι αυτός ανάπηρος από τον πόλεμο του 1912, τον Αργύρη. Ο Αργύρης ή Κουτσαργύρης επηρεασμένος από την ψυχική δύναμη της ανάπηρης Μαρίας εργάζεται πάνω στην τεχνική με ζήλο και μεράκι και μάλιστα κάποια από τα σχέδιά του είναι, ίσως, μέσα στην λίστα με τα ομορφότερα και τα πιο διαδεδομένα σχέδια του Καρσάνικου Κεντήματος. Πρέπει να είναι από τους ελάχιστους άνδρες κεντητές στην Ελλάδα και από τους λίγους, γενικότερα, παγκοσμίως. Η Μαρία πέθανε το 1948.

Το Καρσάνικο Κέντημα γίνεται γνωστό σε όλα τα ευρωπαϊκά βασιλικά σαλόνια. Φτάνουν παραγγελίες από όλη σχεδόν την Ευρώπη. Το ισπανικό παλάτι αποκτά εκατοντάδες εργόχειρα.

Σήμερα οι κεντήστρες του Καρσάνικου Κεντήματος είναι λίγες, παρ’ όλα αυτά εργάζονται με το ίδιο πάθος προκειμένου να ολοκληρώσουν κάθε εργόχειρο. Σιγά σιγά το κέντημα σπανίζει και αποτελεί είδος ιδιαίτερης αξίας τόσο αισθητικής, όσο και ιστορικής.


Μαχαιροποιία – Πορσάνικο (Λευκαδίτικο) μαχαίρι

lefkaditika maxairia_new

Η ιστορία των Λευκαδίτικων μαχαιριών ξεκινάει τα χρόνια της Ενετοκρατίας (1684-1789). Όταν οι Ενετοί κατέλαβαν το νησί από τους Τούρκους, προκειμένου να είναι παραγωγικό και για να ενισχύσουν την οικονομία του, οργάνωσαν συντεχνίες. Υπήρχαν συντεχνίες σιδεράδων, ξυλουργών, βαρελάδων κλπ όπως υπήρξε και συντεχνία μαχαιροποιών.

Οι μαχαιροποιοί μάλιστα αυτοί, με προεξάρχουσα την οικογένεια Κατωπόδη από τον Πόρο (χωριό της νοτιοανατολικής Λευκάδας), έφτασαν την τέχνη τόσο ψηλά ώστε να θεωρείται το Λευκαδίτικο μαχαίρι ένα από τα καλύτερα στον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στα διασημότερα μουσεία μαχαιροποιίας της Ευρώπης, σε Γαλλία και Ιταλία, τα Πορσάνικα μαχαίρια κοσμούν τις προθήκες τους σε περίοπτη θέση.

Το Λευκαδίτικο μαχαίρι έγινε γνωστό λόγω της ανθεκτικότητας, της ευκαμψίας, της δύναμης, της διακόσμησης του, αλλά και των στίχων που είχε γραμμένους πάνω του και τόνιζαν την λεβεντιά του κατόχου του. Η τεχνική του βαψίματος του ατσαλιού σε λάδι κατά τη σφυρηλάτηση του ήτανε το μυστικό της αντοχής του. Γι’ αυτό όταν παρέδιδαν το μαχαίρι στον καινούριο κάτοχο έπρεπε να κάνουν επίδειξη κόβοντας μια πρόκα στην μέση. Γι’ αυτόν τον λόγο οι κύκλοι των νταήδων και μαχαιροβγαλτών μέχρι και την δεκαετία του 1960, από πολλά μέρη της Ελλάδος, ζητούσαν μαχαίρια Λευκαδίτικα και κατά κανόνα τα τελευταία χρόνια τα Πορσάνικα.

Η αρχική του προέλευση αφορούσε πολεμική χρήση – εξ’ ου και η αντοχή του – όμως στην συνέχεια κατασκευάστηκαν μαχαίρια και γι’ άλλες χρήσεις όπως χασάπικα αλλά και σπαθιά. Μάλιστα το σπαθί του βασιλιά Όθωνα λέγεται ότι έγινε παραγγελία στην πόλη της Λευκάδας το 1821. Πολλοί ήταν και οι αρχηγοί αντάρτικων ομάδων κατά την διάρκεια του εμφυλίου, που είχαν πάντα πάνω τους ένα Λευκαδίτικο μαχαίρι. Ένας εξ αυτών ήταν ο Ναπολέων Ζέρβας.

Ο καλύτερος μαχαιροποιός της Ελλάδος, κατά μαρτυρία του μαθητή του Παναγιώτη Ρηγάλου από την Αιτωλοακαρνανία, υπήρξε ο Πάνος Κατωπόδης “Κοτσίνος” από τον Πόρο Λευκάδος. Τα μαχαίρια του αποτελούν έργα τέχνης μοναδικά και ανεκτίμητα.

Από τους τελευταίους μαχαιροποιούς, που είχαν απομείνει στην Λευκάδα ήταν ο Σπύρος Αργυρός “Τσιπράκης” από το χωριό Άγιος Ηλίας (ορεινό χωριό του νησιού).

Στη συνέχεια ο Τέλης Βλάχος “Ζλούμης” από την Καρυά, μόλις συνταξιοδοτήθηκε και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο νησί, άρχισε να κατασκευάζει μαχαίρια Λευκαδίτικα τα οποία πρωτόμαθε όταν ήτανε παιδάκι στην Καρυά από τον μαστρο-Σταύρο τον Κατωπόδη.

Τον Δεκέμβρη του 2010, μέσω της ΝΕΛΕ Λευκάδος, πραγματοποιήθηκε σεμινάριο κατασκευής Λευκαδίτικου μαχαιριού με δάσκαλο τον Τέλη Βλάχο. Τα αποτελέσματα ήταν πολύ ενθαρρυντικά μιας και αρκετοί από όσους το παρακολούθησαν κατάφεραν να φτιάξουν μαχαίρια και συνεχίζουν να φτιάχνουν συνεχώς.

Το καλοκαίρι του 2014 πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα Τέχνης του Δήμου Λευκάδας “Θεόδωρος Στάμος” Έκθεση Λευκαδίτικου (Πορσάνικου) Μαχαιριού που φιλοξένησε δεκάδες μαχαίρια, όλα μοναδικά, από τέσσερις μαθητές του Τέλη Βλάχου, τους Λάζαρη Διονύσιο, Ρομποτή Σπυρογιάννη, Πολίτη Φίλιππο και Χαλικιόπουλο Δ. Στάθη.

Η τρανή απόδειξη ότι αυτή η μορφή παράδοσης του νησιού είναι ζωντανή με άξιους συνεχιστές.

error: Alert: Content is protected !!