header image
standard-title Λευκαδίτικη Φορεσιά

Λευκαδίτικη Φορεσιά

Λευκαδίτισσα Νύφη

Ένα σημαντικό κομμάτι της παράδοσης ενός τόπου αποτελεί και η ενδυμασία. Η γεωγραφική θέση, οι καιρικές συνθήκες, οι ασχολίες των κατοίκων, αλλά και οι επαφές τους με άλλους πολιτισμούς είναι παράγοντες που επηρεάζουν την ενδυμασία των κατοίκων της εκάστοτε περιοχής.

Η Λευκαδίτικη φορεσιά έχει δεχτεί επιρροές από τη Δύση, ιδιαίτερα από την Ιταλία και τη Νότια Γαλλία.

Σήμερα εξακολουθεί να φοριέται από λίγες μόνο ηλικιωμένες γυναίκες κυρίως στα χωριά, ενώ από τις νεότερες και στην πόλη της Λευκάδας έχει εγκαταλειφθεί περίπου από το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Στα χρόνια μετά τον 17ο αιώνα η λαϊκή παραδοσιακή λευκαδίτικη φορεσιά αναφερόταν ως Ρωμαϊκή (ελληνική) σε σχέση με τη Φράγκικη των ανώτερων τάξεων.

Τα μέρη εκείνης της παλαιότερης γυναικείας φορεσιάς ήταν:

Το συντρόφι: Το εσώρουχο, ή λαϊκά «βρακί».

Το πουκάμισο: Από λεπτό λινό ύφασμα του αργαλειού, φοριόταν από μέσα, μακρύ μέχρι τον αστράγαλο, συχνά με μανίκια, άνετο και πάντα κεντημένο.

Το φουστάνι ή σαγιάς ή νταραγί: Το κύριο κομμάτι της φορεσιάς σε κίτρινο, κόκκινο, νεραντζί ή γαλάζιο χρώμα. Μπροστά ήταν κάθετα ανοιχτό έως το στήθος και στη συνέχεια είχε πολλά ασημένια κουμπιά. Το φορούσαν πάνω από το πουκάμισο και συνήθως με ζωνάρι. Η ονομασία του ως σαγιάς προέρχεται από το Βυζάντιο (σάγιον: φόρεμα).

Το καβάδι ή κατούνι: Ήταν σαν πουκάμισο αλλά κατακόρυφα ανοιχτό μπροστά, με μανίκια ως τον αγκώνα ή τον καρπό του χεριού, και συνήθως κεντημένο.

Το κοντογούνι: Κοντή γούνινη ζακέτα.

Η καμπζέλα: Το κάτω μέρος του φορέματος.

Το σεγγούνι: Μάλλινος επενδυτής από χοντρό και ζεστό ύφασμα αργαλειού που φοριόταν πάνω από το φόρεμα ή την καμπζέλα. Κούμπωνε στο πλάι με κουμπί ή δενόταν σε θηλιές με κορδόνια. Ήταν κομψό, με λίγες διακοσμήσεις από γαϊτάνια. Μοιάζει με το κοντέσι.

Το κοντέσι: Μάλλινος επενδυτής από χοντρό ύφασμα, χωρίς μανίκια, ανοιχτό κάθετα και μακρύ ως τον αστράγαλο, με πλούσιο κέντημα και έντονους χρωματισμούς. Είχε το ρόλο του πανωφοριού.

Η φλοκάτα: Έμοιαζε με κοντέσι αλλά ήταν κεντημένη παντού με κόκκινα μεταξογάιτανα, ενώ εσωτερικά είχε φλοκάτη και γύρω-γύρω κρέμονταν κρόσσια.

Η ποδιά: Τη φορούσαν παντρεμένες και ανύπαντρες, καθημερινά και σε γιορτές, εκτός από τη νύφη. Επάνω ήταν στενή, κάτω πλατιά και πάντα λεπτή και ανάλαφρη. ‘Άλλοτε ήταν κεντημένη, άλλοτε σκέτη και συνήθως δεξιά είχε ένα εξώραφο τσεπάκι. Συχνά στην ούγια έραβαν μια πρόσθετη πλατιά διακοσμητική ταινία που λεγόταν καμμούφο, το οποίο ήταν κεντημένο αριστοτεχνικά. Φτιαχνόταν από απλό ύφασμα έως και μεταξωτό. Το χρώμα της ήταν το ίδιο με το χρώμα του φορέματος.

Το δέμα: Μικρό λεπτό και φτηνό εσωτερικό μαντήλι που το φορούσαν οι ηλικιωμένες γυναίκες για να συγκρατούν τα μαλλιά τους, κάτι ανάλογο με το σημερινό δίχτυ. Το ύφασμά του ήταν λεπτό και αραιό και σκέπαζε την κορυφή του κεφαλιού ενώ δενόταν σε κόμπο πίσω, κάτω από τις κοτσίδες.

Η σκούφια: Κάλυμμα του κεφαλιού σε σχήμα πλούσιου μπερέ. Στο κέντρο είχε μια μικρή φουντίτσα. Την φορούσαν οι ευκατάστατες ηλικιωμένες και οι παπαδιές. Οι καθημερινές σκούφιες ήταν απλές, ενώ οι γιορτινές κεντημένες.

Το κεφαλομάντηλο: Απαραίτητο εξάρτημα της Λευκαδίτικης φορεσιάς σε σχήμα πάντα τετράγωνο. Το φορούσαν παντού, ακόμη και μέσα στο σπίτι. Το χρώμα του, η ποιότητα, το είδος και το μέγεθός του ήταν ανάλογα με την ηλικία και την οικονομική κατάσταση της γυναίκας. Το χρώμα συνήθως ακολουθούσε το χρώμα του φορέματος: κίτρινο, πράσινο, κόκκινο, καφέ, γαλάζιο, μαύρο. Ως προς την ποιότητα είχαν: τα μεταξωτά, τα βαμβακερά, τα λινά και τα μάλλινα. Το κεφαλομάντηλο το φορούσαν πάνω από το δέμα με ιδιαίτερη τέχνη, ή το έριχναν διπλωμένο, όχι όμως ακριβώς στη μέση και έτσι οι δύο γωνίες έπεφταν συμμετρικά στους ώμους ενώ η τρίτη ανάμεσα από τις κοτσίδες. Άφηνε ακάλυπτο το λαιμό και δημιουργούσε συμμετρικές αναλογίες μεταξύ λαιμού και ώμων. Το φθηνό και πρακτικό μαντήλι της Λευκαδίτισσας ήταν η τσίπα που την φορούσαν πάντα γιατί διαφορετικά γίνονταν αντικείμενο κουτσομπολιού και κατακραυγής.

Οι κάλτσες: Ήταν βαμβακερές ή μάλλινες σε χρώμα άσπρο, καφέ ή γαλάζιο σκούρο.

Η νεότερη φορεσιά της Λευκαδίτισσας, αυτή που συναντάμε αν και σπάνια ακόμα και σήμερα, έχει σαν βάση το φουστάνι με έντονη τη δυτική επίδραση. Τα δυτικής προέλευσης μέρη, που μπήκαν στην φορεσιά μαζί με το φουστάνι ήταν: το γελέκι, το καμιζέτο, η σπαλέτα, το κότολο και η μπέρτα. Από την παλαιότερη φορεσιά καταργήθηκαν ο σαγιάς, το σεγγούνι, το καβάδι, το ζωνάρι, η καμπζέλα, το κοντογούνι και η σκούφια. Από Αιγαιοπελαγίτικη προέλευση ήταν ο τσουμπές.

Το γελέκι (εσωτερικό): Γιλέκο που φοριέται πάνω από το πουκάμισο από τις παντρεμένες, από βαμβακερό ή λινό ύφασμα του αργαλειού. Αποτελεί ένα είδος στηθόδεσμου για να στηρίζει και να προβάλλει αρμονικά το στήθος. Μπροστά έχει ένα τετράγωνο άνοιγμα και από εκεί και κάτω είναι κάθετα σχισμένο και κουμπώνει με 4 κουμπιά. Δεξιά-αριστερά πολλές φορές βάζουν χωνευτά καλάμια (μπανέλες) για να παίρνει σταθερή πλάγια κλίση το ρούχο. Το κενό ανάμεσα από το γελέκο και το πουκάμισο το γεμίζουν με κομμάτια ύφασμα για να δώσουν το ποθητό σχήμα στο μπούστο. Κάποια γελέκα είναι κεντημένα. Το κεντημένο μέρος το λένε πόντζο. Το χρώμα του ήταν πάντα άσπρο.

Το καμιζέτο: Είδος στηθόδεσμου λινό ή βαμβακερό χωρίς πλάτες. Περνιέται στους ώμους με δύο λωρίδες και δένει στη μέση πίσω με δύο ταινίες στενές. Έχει σχήμα παραλληλογράμμου και περνιέται από μασχάλη σε μασχάλη. Φοριέται πάνω από το γελέκι ως διακοσμητικό, γιατί είναι κεντημένο, ή χωρίς το γελέκι πάνω από το πουκάμισο που έχει ακριβώς το ρόλο του γελεκιού. Το φοράνε οι νύφες. Η επίδρασή του ήταν Ιταλική.

Tο κότολο: Είδος εσωτερικής φούστας (μεσοφόρι) μάλλινο, λινό ή βαμβακερό. Κυκλοφορεί σε πολλά χρώματα και με ποικιλία στη διακόσμηση και δένει στη μέση με περαστό σκοινί. Φοριέται πάνω από το πουκάμισο και είναι διακοσμημένο από υφαντές φιγούρες γεωμετρικών σχημάτων. Είναι Ιταλικής προέλευσης. Οι νεόνυμφες φοράνε πολλά κότολα μαζί από 4-8 για να κάνουν μεγάλο γύρο και έτσι να φαίνεται απλωτό το φουστάνι. Για τις χωρικές είχε πρακτική αξία μιας και όταν δούλευαν στα χωράφια ανασκούμπωναν το φουστάνι κάνοντας πίσω ουρά και έτσι φαίνονταν το κότολο, το οποίο ήταν πιο κοντό. Επίσης τα χειμωνιάτικα κότολα τις προστάτευαν από το κρύο.

Το φουστάνι: Είναι εφαρμοστό, στενό από τη μέση και πάνω και πλατύ με πλήθος κανάλια από εκεί και κάτω. Το πάνω μέρος του είναι ραμμένο κυκλικά στη μέση και το κάτω μέρος λέγεται καμπζέλα και ξεχύνεται πλούσιο ως τους αστραγάλους με καλοσιδερωμένα τα άπειρα κανάλια του. Η καμπζέλα είναι το πιο περιποιημένο μέρος του φουστανιού και αρκετά εφαρμοστό στη γυναίκα που το φορούσε.

Στης ανύπαντρης το φόρεμα η καμπζέλα ήταν κλειστή ως το λαιμό και κάθετα σχιστή ως τη μέση. Το ντεκολτέ (λαιμός) δεν έπρεπε να ήταν τολμηρός γι’ αυτό ήταν στρογγυλός ώστε να δίνει χάρη. Το άνοιγμα κούμπωνε με κουμπάκια χρωματιστά ή ζάβγες. Τα μανίκια της καμπζέλας είναι στενά και εφαρμοστά σε όλο το μήκος του χεριού.

Στο φόρεμα της παντρεμένης η καμπζέλα είναι ανοιχτή μπροστά, έχει ένα τετράγωνο άνοιγμα που σταματάει αρκετά πάνω από τη μέση. Από εκεί και μέχρι τη μέση είναι σχιστό και κουμπώνει με κουμπάκια. Επίσης η καμπζέλα ήταν στολισμένη με χάρτζα, καθώς και με όμορφα κεντήματα με χρυσάφι και ασήμι. Τα χάρτζα είναι ταινίες πλεγμένες με χρυσή κλωστή ή ασημένια και ράβονταν στην περιφέρεια κατά μήκος του ανοίγματος. Χάρτζα και κεντήματα έβαζαν περιφερειακά και στις άκρες των μανικιών. Τα φορέματα με τη χάρτζα τα φορούσαν, εκτός από τις νεόνυμφες, στις γιορτές και κάθε Κυριακή. Η καθημερινή ενδυμασία δεν είχε χάρτζα. Τα χρώματα των νυφικών φορεμάτων ήταν: το καναρινί, το μελιτζανί, το ουρανί, το τριανταφυλλί, το λαδί, το θαλασσί και το ροζ. Τα φουστάνια ήταν βαμβακερά, μεταξωτά ή μάλλινα. Ανάλογα με το είδος του υφάσματος τα φουστάνια είχαν διαφορετικές ονομασίες όπως: τμπέρι. ποπλίνα, τεσόρ, κλαδωτά, σεβιότικα, ρούχο. Για να κατασκευαστεί ένα φόρεμα χρειάζεται 6.40m ύφασμα.

H σπαλέτα: Το εντυπωσιακό «μπροστομάντηλο» που φορούσαν οι νύφες και οι παντρεμένες Λευκαδίτισσες. Το κρέπι είναι η μεταξωτή σπαλέτα σε ανοιχτό ή σκούρο χρώμα με καφασωτά κρόσσια γύρω του. Οι νύφες το φορούσαν σε χρώμα λευκό, ροζ ή κίτρινο. Τα χρώματα της ήταν ανοιχτά και χαρούμενα από μετάξι ή βαμβακερό με πλούσια κρόσσια και υφαντές φιγούρες σε διάφορους συνδυασμούς. Απαραίτητο συμπλήρωμα και στολίδι της σπαλέτας ήταν τα χρυσαφικά. Τα βασικά χρυσαφικά ήταν οι σπίλες, τα ποντάλια, οι καρφοβέλονοι και οι στηθοβελόνες (όλα είδη καρφίτσας). Τα φορούσαν ανάλογα με την επισημότητα της μέρας, την ηλικία και την οικονομική θέση.

Η μπέρτα: Το κάλυμμα της πλάτης χωρίς μανίκια και την φορούσαν όπως την εσάρπα σαν γιορτινό ρούχο. Είναι σχεδόν κυκλική και καθώς την έριχναν στην πλάτη και κατέβαινε κυκλικά ως τη μέση. Τα χρώματα της είναι πράσινο, κόκκινο, σκούρο καφέ, μαύρο και γαλάζιο. Είναι πλεκτές και τις έπλεκαν μόνες τους με διάφορα σχέδια πλεξίματος. Τις συναντάμε μονές ή διπλές (τις χειμωνιάτικες).

Ο τσουμπές: Ο επενδυτής του νυφικού φορέματος, που σκεπάζει τους ώμους και τις πλάτες, κατεβαίνει ως κάτω και σέρνεται απλωτός με καλοσιδερωμένα κανάλια-πιέτες. Είναι κατακόρυφα ανοιχτός και δεν κουμπώνει πουθενά. Τα μανίκια του τσουμπέ είναι κοντά, λίγο πιο πάνω από τους αγκώνες. Στην κλείδωση του ώμου είναι φουσκωτά και από εκεί και κάτω στενά και εφαρμοστά. Στο στένωμα των μανικιών υπάρχουν διακοσμήσεις με χάρτζα, μεταξογάϊτανα και χρυσά σιρίκια. Ο τσουμπές είναι κεντημένος στην πλάτη μέχρι την μέση με χρυσή κλωστή. Το χρώμα του τσουμπέ είναι ίδιο με το χρώμα του νυφικού φορέματος. Το ύφασμα είναι συνήθως μεταξωτό.

Το φέσι: Φοριέται μόνο στις νυφικές φορεσιές, είναι χρυσοκέντητο και όμορφα στολισμένο. Το χρώμα της πρώτης του επιφάνειας είναι μαύρο σε ύφασμα βελούδινο. Η βελούδινη επιφάνεια ήταν κεντημένη συνήθως με άνθη, φύλλα και διάφορες γραμμικές συνθέσεις.

Άλλα αξεσουάρ που είχε η νυφιάτικη φορεσιά είναι τα γάντια (άσπρα), σκουλαρίκια χρυσά με πολύτιμες πέτρες και οι μπόκολες που είναι κοσμήματα του αυτιού πιο μικρά από τα σκουλαρίκια, τα οποία οι νύφες φορούσαν 3-4 ζευγάρια ενωμένα μαζί.

Τη νυφιάτικη φορεσιά πλέον συναντάμε στην αναπαράσταση του παραδοσιακού Λευκαδίτικου γάμου που λαμβάνει χώρα κάθε Αύγουστο στην Καρυά, ένα από τα ομορφότερα ορεινά χωριά του νησιού.

Ανδρική γαμπριάτικη φορεσιά

Ο γαμπρός φορούσε άσπρο κεντημένο πουκάμισο κι από πάνω το γελέκι που άλλοτε ήταν σταυρωτό και άλλοτε μονό, φτιαγμένο συνήθως από γαλάζιο βελούδο. Η πλάτη του γελεκιού ήταν από γυαλιστερό μετάξι σε χρώμα βυσσινί, κόκκινο ή παγωνί, με πλατύφυλλα φιόρα. Φορούσε ακόμα βράκα τσόχινη ή διμιτένια, που ήταν κεντημένη στις κάτω άκρες της και κάλτσες που ήταν και αυτές κεντημένες. Τη φορεσιά συμπλήρωναν το ζωνάρι, το φατσολέτο ή φέσι με μαύρη φούντα και συνήθως το μαντήλι του λαιμού.

error: Alert: Content is protected !!